then-and-now-fractures

Θραύσματα προϊστορικών αγγείων από το Ντικιλί Τας (aριστερά) Φίλιπποι, Απανθρακωμένα κoυκούτσια αμπέλου

Περίπου 6.500 χρόνια πριν

Tα ίχνη της αμπέλου χάνονται στο βάθος των προϊστορικών χρόνων. Η αμπελουργία ξεκίνησε, όπως μαρτυρούν όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα, στα νότια του Καυκάσου και στην Κασπία Θάλασσα και αργότερα πέρασε στη Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο. Τα πρώτα ίχνη οινοποίησης στην Ελλάδα βρέθηκαν στους Φιλίππους της Μακεδονίας.

Από τον αρχαιολογικό χώρο στη Φαιστό στην Κρήτη

Από τον αρχαιολογικό χώρο στη Φαιστό στην Κρήτη

Από τον αρχαιολογικό χώρο στη Μύρτο στην Κρήτη

Από τον αρχαιολογικό χώρο στη Μύρτο στην Κρήτη

Mινωική Κρήτη

Mινωική Κρήτη

Τα πρόσφατα ευρήματα από τις αρχαιολογικές έρευνες στον προϊστορικό οικισμό του Ντικιλί Τας (1.5χλμ ανατολικά από τους Φιλίππους), χρονολογήθηκαν με τη μέθοδο του άνθρακα 14 και ανάγονται στο δεύτερο μισό της 5ης χιλιετίας π.Χ. (4500 π.Χ.). Πρόκειται για απανθρακωμένα κουκούτσια και συμπιεσμένους φλοιούς, δηλαδή στέμφυλα, άγριας και ήμερης αμπέλου, ένδειξη αμπελοκαλλιέργειας, αλλά και της αρχαιότερης οινοπαραγωγής, τουλάχιστον στην Ευρώπη.

5.000 χρόνια πριν

Η αρχαιότερη ύπαρξη κρασιού στην Ελλάδα της Εποχής του Χαλκού αποδεικνύεται από τα αποτελέσματα των αναλύσεων των ευρημάτων σε πίθους που έφεραν στο φως οι ανασκαφές στη Μύρτο, πρωτομινωικό οικισμό της 3ης χιλιετηρίδος π.Χ., στη νότια ακτή της Κρήτης. Από τις εξετάσεις των οργανικών υπολειμμάτων που ανακτήθηκαν από θραύσματα τοιχωμάτων πίθων που βρέθηκαν στη Μύρτο (υπολείμματα πατημένων σταφυλιών, γίγαρτα, φλοιοί, βλαστοί), επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη προϊόντων σταφυλιών, με σαφή ένδειξη προσθήκης ρητίνης, αφού ανιχνεύθηκαν διτερπενοειδή οξέα ρητίνης. Επίσης οι επιστημονικές αναλύσεις μιας τριποδικής χύτρας της εποχής 1900-1700 π.Χ., αποκαλύπτουν κρασί με ρητίνη, αποθηκευμένο σε καπνισμένο δρύινο βαρέλι ή με προσθήκη καπνισμένων κομματιών δρυός μέσα στο βαρέλι, όπως δείχνουν οι λακτόνες δρυός που ανιχνεύθηκαν. Η ξεχωριστή γεύση την οποία προσδίδει στο κρασί μια τέτοια προσθήκη, μοιάζει με τη σημερινή γεύση σκωτσέζικου ουίσκι. Σε κωνικά κύπελλα της ίδιας εποχής που βρέθηκαν στον οικισμό Αποδούλου στην Κοιλάδα του Αμαρίου στην Κρήτη, οι αναλύσεις έδειξαν ότι περιείχαν κρασί αρωματισμένο με ρητίνη τερεβίνθου. Σε τριποδικές χύτρες από τον ίδιο οικισμό, βρέθηκε φωσφορικό οξύ (ένωση που έχει βρεθεί και σε κάδους ζυθοποιίας, πριν από το 3000 π.Χ., στην Ιεράκων Πόλη, στην Άνω Αίγυπτο), καθώς και 2-οκτανόλη που μαρτυρούν την ύπαρξη ζύθου.

knossos-3500-px

Kνωσός, περ. το 3500 π.Χ.

trygos-6th-century

Tρύγος, αττικό αγγείο, 6ος αι. π.Χ.

mikines-3500-px

Mυκήνες, περ. το 1500 π.Χ.

O αρχαιολόγος Federico Halbherr (1857-1930) μελετάει την Επιγραφή της Γόρτυνας, περ. το 1900

O αρχαιολόγος Federico Halbherr (1857-1930)
μελετάει την Επιγραφή της Γόρτυνας, περ. το 1900

Στις Μυκήνες, αναλύσεις θραυσμάτων τοιχωμάτων αμφορέων, ψευδόστομων αμφορέων και πίθων, έδειξαν ότι περιείχαν διάφορα είδη κρασιού: απλό, με ρητίνη ή με κάποιο προϊόν που δεν παρασκευαζόταν με ζύμωση (ίσως χυλό ή υδρόμελι). Οι αναλύσεις των ευρημάτων σε αγγεία (τριποδικές χύτρες, μαγειρικές λεκάνες, μαγειρικοί αμφορείς, κωνικά κύπελλα, ρυτά), από την Κρήτη, τις Μυκήνες, την Ηπειρωτική Ελλάδα και την Κύπρο από την περίοδο 1600-1100 π.Χ., παρέχουν ενδείξεις για την παρουσία βοτάνων, ρητίνης, απήγανου, λεβάντας, δάφνης και φασκόμηλου στο κρασί. Επίσης, οδηγούν στην πιθανότητα ύπαρξης ενός ανάμεικτου ζυμωμένου ποτού αποτελούμενου από κρασί με υδρόμελι, με μέλι, με τρυγικό οξύ, με λάδι ή με κερί μελισσών (το λάδι και το κερί χρησίμευαν για τη συντήρηση του κρασιού και τη σφράγιση δοχείων) ή ζύθο από κριθάρι. Ίσως όμως τα ευρήματα αυτά να ερμηνεύονται και από τη διαδοχική χρήση των αγγείων για κρασί, ή για υδρόμελι ή για ζύθο από κριθάρι. Ακόμα, στην τοποθεσία Βαθύπετρο, στην περιοχή Πίσω Λιβάδια, περίπου 4χλμ νότια από τις Αρχάνες και 20χλμ από το Ηράκλειο, ανακαλύφθηκε μια μινωική έπαυλη, κτισμένη περίπου το 1550 π.Χ. Εκεί, σε μία από τις πτέρυγές της, ανακαλύφθηκε το αρχαιότερο πιεστήριο σταφυλιών του κόσμου

Oι Έλληνες θεώρησαν την άμπελο αναπόσπαστο κομμάτι
της ζωής τους και ένταξαν τα προϊόντας της (τον οίνο)
στην καθημερινότητά τους.

και στην αυλή του, μια εγκατάσταση ελαιοτριβείου! Επίσης, στο νοτιοκεντρικό τμήμα της Κρήτης, στην εύφορη πεδιάδα της Μεσαράς, ανακαλύφθηκε το 1884 στην αρχαία Γόρτυνα, η Επιγραφή της Γόρτυνας, το πληρέστερο και αρχαιότερο ελληνικό νομοθέτημα, όπου διαβάζουμε για πρώτη φορά μια σειρά από κανόνες για την καλλιέργεια της αμπέλου. Ο κώδικας της Γόρτυνας –χρονολογείται περ. το 480-460 π.Χ.– αποτελεί πολύτιμη πηγή γνώσης για τις αρχές δικαίου και την έννοια της δικαιοσύνης στην ισχυρή περιοχή της δωρικής Κρήτης από τον 7ο έως και τον 4ο αι. π.Χ. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα στοιχεία και με κάποιους ερευνητές, η πρώτη καλλιέργεια αμπελιού εφαρμόστηκε στην Κρήτη, ενώ για κάποιους άλλους στη Θράκη και χρονολογείται περ. τον 8ο αι. – 7ο αι. π.Χ.

2.500 χρόνια πριν

Ότι και αν ισχύει, οι Έλληνες θεώρησαν την άμπελο αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους και ένταξαν τον οίνο στην καθημερινότητά τους. Αυτό επιβεβαιώνεται καταρχήν από τους διάφορους θεούς που λάτρευαν, με κεντρικό τον Θεό Διόνυσο, καθώς και από τις πολλές γιορτές που διοργανώνονταν προς τιμή του, όπως τα Διονύσια, τα Ανθεστήρια και τα Λήναια, αλλά και από τις περίφημες αναφορές σε αρχαία κείμενα όπως του Ομήρου, του Πινδάρου, του Στράβωνα και του Αθηναίου. Επιπλέον, τις αμπελουργικές εργασίες και την οινοποίηση στην αρχαιότητα περιγράφουν οι: Θεόφραστος στα έργα του «Περί Φυτών Ιστορίας», «Περί Φυτών Αιτιών» και «Περί Οσμών», Βιργίλιος στα «Γεωργικά», Πλίνιος o Πρεσβύτερος και διάφοροι άλλοι.

H Eλλάδα, οι αποικίες της και η σφαίρα επιρροής των Ελλήνων, περ. τον 5ο αι. π.Χ.

H Eλλάδα, οι αποικίες της και η σφαίρα επιρροής των Ελλήνων, περ. τον 5ο αι. π.Χ.

Μισό περίπου αιώνα πριν από τη γέννηση του Χριστού
(περ. το 67 π.Χ.), η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοπαραγωγή
αναπτύσσονται ραγδαία στην Κρήτη. Η Ρώμη κατακτά την Κρήτη
και το κρητικό κρασί κατακτά τη Ρώμη. Είναι η χρυσή εποχή
του κρητικού κρασιού.
H Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στο απόγειό της, περ. το 117 μ.Χ.

H Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στο απόγειό της, περ. το 117 μ.Χ.

Aπό αυτούς μαθαίνουμε ότι σε πολλές πόλεις υπήρχαν ειδικοί νόμοι για να εξασφαλίζουν την ποιότητα του κρασιού, αλλά και την προστασία του υγιούς οινεμπορίου, καθώς στους αμφορείς αναγράφονταν και ο τόπος παραγωγής του. Άλλωστε, οι οινικοί νόμοι της Θάσου (αλλά και άλλων νησιών) του 5ου αι. π.Χ. αποτελούν ένα από τα αρχαιότερα νομοθετικά κείμενα για την προστασία των Οίνων Ονομασίας Προέλευσης και
όσα πλοία με ξένο κρασί πλησίαζαν το νησί παράνομα δημεύονταν!

Η καλλιέργεια της αμπέλου από τον ελλαδικό χώρο επεκτάθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αρχικά στις ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας, της Σικελίας (η Μεγάλη Ελλάδα ), της Μασσαλίας και στη συνέχεια στην Ισπανία και από τους Ρωμαίους κατακτητές, στη βόρεια Γαλλία, στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ουγγαρία και αλλού.

Ρωμαϊκή Δημοκρατία Res Publica Romana Senatus Populusque Romanus (509 π.Χ. – 27 π.Χ.)

Ρωμαϊκή Δημοκρατία Imperium Romanum Senatus Populusque Romanus (27 π.Χ. – 476 μ.Χ.)

Στη διάρκεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Κρήτη, με τη γεωγραφική της θέση και το φυσικό της πλούτο, μπαίνει στο οινικό στόχαστρο των Ρωμαίων. Από το 146 π.Χ. οι Ρωμαίοι ελέγχουν το κρασί στο νησί. Μισό περίπου αιώνα πριν από τη γέννηση του Χριστού (περ. το 67 π.Χ.), το κρητικό κρασί κατακτά τη Ρώμη και η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοπαραγωγή αναπτύσσονται ραγδαία στην Κρήτη, η οποία ανήκει πια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Tα κρασιά της Κρήτης εξάγονται σε όλη τη Μεσόγειο και την Ευρώπη (Ιταλία, Γαλλία, Ελβετία), ενώ ταυτόχρονα, εξελίσσεται και η βιοτεχνία κατασκευής αμφορέων.

Η εποχή αυτή θεωρείται η χρυσή εποχή του κρητικού οίνου χάρη και στη στρατηγική θέση του νησιού, δηλαδή στο θαλάσσιο δρόμο που συνδέει τη Ρώμη με την Αίγυπτο και την Ανατολή. Πολυάριθμοι κρητικοί αμφορείς ανακαλύφθηκαν στην Πομπηία με γραφές στο στόμιό τους στα λατινικά «CRET EXC» που, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, σημαίνει «Εξαιρετικός Κρητικός Οίνος».

Konstantinoupoli

Η Κωνσταντινούπολη ήταν η μεγαλύτερη και η πλουσιότερη πόλη της Ευρώπης
από τον 6ο έως και το 12ο αι.

Βυζαντινή Αυτοκρατορία (330-1453 μ.Χ.)

Στα μέσα του 6ου αιώνα, όταν ο Ιουστίνος Β΄ διαδέχεται τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (565 μ.Χ.), ο Χριστιανισμός έχει κυριαρχήσει ολοκληρωτικά της διονυσιακής λατρείας και το ελληνικό κρασί απογειώνεται. Οι οίνοι, που αποκαλούνται πλέον «κρασιά», καταφθάνουν στην Κωνσταντινούπολη, κυρίως από την Πελοπόννησο, αλλά και από τη Ρόδο, τη Χίο και τη Λέσβο. Ο Κασσιανός Βάσσος, στο έργο του «Γεωπονικά», συγκεντρώνει όλα τα μέχρι τότε γνωστά στοιχεία για την καλλιέργεια της γης και για την αμπελουργία.

Vizantini

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία το 555 μ.Χ. (αριστρεά) με αυτοκράτορα τον Ιουστινιανό. Ο δικέφαλος αετός της Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας.

Το ξακουστό κρητικό κρασί Malvasia,
μεσουρανούσε στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση
και έγινε γνωστό στα πέρατα του κόσμου.

Το έργο αυτό θα επανασυνταχτεί βελτιωμένο, τέσσερις αιώνες αργότερα, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητο (905-959), ο οποίος ήταν εξαιρετικά μορφωμένος, διανοούμενος και συγγραφέας και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του βυζαντινού εγκυκλοπαιδισμού.

Δημοκρατία της Βενετίας (697–1797)

Με την πτώση και το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας χάνεται και η συνοχή στην παράδοση παραγωγής κρασιού. Η αμπελοκαλλιέργεια όμως στην Κρήτη συνεχίστηκε, παρότι ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος ήταν υπό την κατοχή των Οθωμανών.

Venetikos hartis

Βενετικός χάρτης της Κρήτης, η οποία κατά την Ενετοκρατία ονομαζόταν Candia. Candia ονομαζόταν και η πόλη του Ηρακλείου κατά την ίδια περίοδο.

Έτσι, η επόμενη λαμπρή οινική περίοδος για την Κρήτη (1204-1669), καταγράφηκε επί Ενετοκρατίας με τον οίνο Malvasia. Το ξακουστό αυτό κρασί, που μεσουρανούσε στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση, έγινε γνωστό στα πέρατα του κόσμου, κυρίως από την εποχή που οι Ενετοί άρχισαν να εμπορεύονται γλυκά κρασιά που παρασκευάζονταν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Το τέλος αυτής της ευημερίας ήρθε με την αρχή της Τουρκοκρατίας στην Κρήτη το 1669 και η οινική δραστηριότητα περιορίστηκε σε οικογενειακό επίπεδο.

19ος αιώνας και το Νέο Ελληνικό Κράτος

Με την απελευθέρωση και την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους το 1830, (παρότι στην Κρήτη συνεχίζεται η Τουρκοκρατία μέχρι το 1898) γίνεται αμέσως αντιληπτό από τους επιστήμονες το εξής: για να διασωθεί η αμπελουργία και κατ’ επέκταση η παραγωγή οίνου στο νέο ελλαδικό χώρο, αλλά και για να αποκατασταθεί η φήμη του, ήταν υψίστης σημασίας η πλήρης καταγραφή και μελέτη των ξεχασμένων γηγενών ποικιλιών αμπέλου. Τότε ξεκίνησαν στην ελληνική επικράτεια, οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής και σ᾽ αυτή την προσπάθεια πρέπει να τονιστεί η σημαντική συμβολή ξένων περιηγητών, κυρίως Άγγλων και Γάλλων, που περιδιαβαίνοντας τον ελλαδικό χώρο στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήδη από το 16ο αιώνα μέχρι και το 19ο αιώνα, κατέγραφαν τις ποικιλίες και μετέφεραν στις πατρίδες τους τα σχόλιά τους για τα ελληνικά κρασιά.

Figoures

Φιγούρες κατοίκων της Κρήτης, γκραβούρα του S.R. Phillips, London, 1823

Πολύ σημαντική ήταν η συμβολή ξένων περιηγητών, κυρίως Άγγλων
και Γάλλων, που περιδιαβαίνοντας τον ελλαδικό χώρο στην τότε
Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήδη από το 16ο μέχρι και το 19ο αι.,
κατέγραφαν τις ποικιλίες και μετέφεραν στις πατρίδες τους
τα σχόλιά τους για τα ελληνικά κρασιά.

Το έργο τους αποτελεί ιστορικό τεκμήριο τόσο για την Ελλάδα όσο και την ελληνική αμπελοκαλλιέργεια. Η πρώτη ελληνική καταγραφή γηγενών ποικιλιών αμπέλου χρονολογείται το 1836, από τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, καθηγητή Γεωργικής & Οικιακής Οικονομίας στο Ναύπλιο, ο οποίος εκδίδει το πρώτο εγχειρίδιο οινοποιίας, στο οποίο παραθέτει τις κυριότερες, κατ’ αυτόν, ποικιλίες: το μαυρούδι, το σαββατιανό, το φιλέρι, το ροδίτη, το μοσχοστάφυλο, το συρίκι, το ραζακί, την λευκήν αγίγαρτον της Ιωνίας και την μέλαιναν αγίγαρτον της Κορινθίας. Το 1837, ο Στ. Βαλέζης πηγαίνει στη Γαλλία με υποτροφία για σπουδές οινοποιίας και γίνεται ο πρώτος Έλληνας οινολόγος. Το 1855, στο πλαίσιο σχεδίου ανάπτυξης της ελληνικής οινοποιίας, πηγαίνουν στη Γαλλία τρεις ακόμα υπότροφοι (ο Νικολαΐδης, ο Μικρούλης και ο Γεωργιάδης). Το 1876 γίνεται μια προσπάθεια καταγραφής (χωρίς όμως να ολοκληρωθεί) του δίτομου έργου «Ελληνική Αμπελογραφία» από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Γ. Ορφανίδη. Στην επαρχία Αττικής καταγράφονται 111 διαφορετικές ποικιλίες αμπέλου, δηλαδή το 1/5 του συνόλου των ποικιλιών, αφού ο ίδιος πιστεύει, όπως αναφέρει, ότι ευδοκιμούν στην ελληνική επικράτεια περισσότερες από 480 ποικιλίες. Όμως, η πληρέστερη περιγραφή των ελληνικών ποικιλιών αμπέλου δημοσιεύτηκε από τον Γάλλο περιηγητή J.M. Guillon στο έργο του «Les cépages orientaux» το1896 στο Παρίσι.

Παράλληλα, στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας και πιο συγκεκριμένα μετά από τα μέσα του 19ου αι., εμφανίστηκαν τα πρώτα μεγάλα οινοποιεία, τα οποία κατείχαν ή στα οποία συμμετείχαν ευρωπαίοι (π.χ. στην Αχαΐα, ο Κλάους και στην Κεφαλλονιά, ο Τουλ), οροθετώντας ουσιαστικά τις αρχές της σύγχρονης ελληνικής οινοποιίας. Τα οινοποιεία αυτά είχαν άμεση πρόσβαση στα ευρωπαϊκά λιμάνια. Αργότερα, ακολουθούν άλλα σημαντικά οινοποιεία στην Αττική (Καμπάς), αλλά και μικρότερες μονάδες στη Νεμέα, στη Σάμο, στη Νάουσα και στη Σαντορίνη. Η τελευταία, κατείχε τα πρωτεία των ελληνικών εξαγωγών, με κύρια αγορά της τη Ρωσία.

Η Ελλάδα επεκτείνει τα σύνορά της, προσαρτώντας στο έδαφός της τα νησιά του Ιονίου Πελάγους και τη Θεσσαλία, φτάνοντας περίπου στη μισή σημερινή της έκταση. Ουσιαστικά, προς τα τέλη του 19ου αι. και ενώ η φυλλοξήρα έχει καταστρέψει τον γαλλικό αμπελώνα, η πλειονότητα της ελληνικής οινοπαραγωγής κατευθύνεται προς τη Γαλλία. Επειδή η παραγωγή δεν επαρκεί, αρχίζει η μαζική εξαγωγή σταφίδων για οινοποίηση (σταφιδίτης οίνος) και πολλά αμπέλια οινοποιήσιμων ποικιλιών μετατρέπονται σε αμπέλια σταφίδας. Σε λίγα χρόνια όμως, η ζήτηση θα σταματήσει, προκαλώντας τη σταφιδική κρίση, με καταστροφικές συνέπειες στην ελληνική παραγωγή και ανάλογες στην ελληνική οικονομία. Στο τέλος του αιώνα η φυλλοξήρα θα εμφανιστεί και στην Ελλάδα, για να επιδεινώσει την κατάσταση. Το 1898 κάνει την εμφάνισή της στη Θεσσαλονίκη και εξαπλώνεται στον αμπελώνα της Βόρειας Ελλάδας, που μαζί με αυτόν της Ηπείρου, είναι τα μεγαλύτερα θύματά της.

Filoksira

Η φυλλοξήρα (αριστερά), η Καταστροφή της Σμύρνης το 1922 (μέση), η Μετανάστευση (δεξιά)

Grammatosimo

Γραμματόσημο του 1961 (αριστερά), από το κινηματογραφικό έργο Zorba the Greek του Κακογιάννη τo 1964
και η Ελλάδα, χάρη και στην παραδοσιακή ρετσίνα, γίνεται νέος τουριστικός προορισμός.

20ός αιώνας

Οι πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. είναι ακόμη πιο δραματικές για το ελληνικό κρασί: φυλλοξήρα, εξαφάνιση ορισμένων ιστορικών αμπελώνων και ποικιλιών αμπέλου, χάσιμο αγορών, μετανάστευση, ανικανότητα του κράτους να οργανώσει την παραγωγή και το χειρότερο, εκατομμύρια Έλληνες ξεριζώνονται από τις πατρογονικές εστίες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, ενώ οι συνεχόμενοι καταστροφικοί πόλεμοι αποτελειώνουν ότι κατάφερε να γλιτώσει από τη φυλλοξήρα. Μέσα σ’ αυτές τις απίστευτα δύσκολες συνθήκες, το 1910, ο τακτικός καθηγητής Αμπελουργίας Βάσου Δ. Κριμπάς και οι συνεργάτες του, ξεκινούν την πρώτη επιτυχή προσπάθεια καταγραφής και ταξινόμησης των ποικιλιών αμπέλου με τίτλο «Συμβολή εις τήν Ελληνικήν Αμπελογραφίαν».

Με τις συνεχείς πολιτικοστρατιωτικές ανακατατάξεις στην Ελλάδα στις αρχές του 20ού αι. και την απελευθέρωση όλης σχεδόν της σημερινής ελληνικής επικράτειας, η καταγραφή ολοκληρώνεται μόλις το 1928 και περιλαμβάνει, αρχικά, την περιγραφή 190 ποικιλιών. Με την εξέλιξη της γεωπονικής επιστήμης, την εγκατάσταση το 1930 της πρώτης Αμπελογραφικής Συλλογής στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, την ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Οίνου το 1937 και ταυτόχρονα τη συνεχή έρευνα, η καταγραφή εμπλουτίζεται και με νέες καταγεγραμμένες ποικιλίες, φτάνοντας τελικά τις 350. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή τη χρονική περίοδο, περισσότερο από το 50% του δυναμικού του τότε ελληνικού αμπελώνα καταγράφηκε ότι ευδοκιμούσε και καλλιεργούνταν στο νησί της Κρήτης, το οποίο, λόγω της γεωγραφικής του θέσης, δεν είχε μολυνθεί από τη φυλλοξήρα. Παρά τις δυσκολίες, ολοκληρώνεται η δίτομη «Ελληνική Αμπελογραφία» στα πολύ δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής και εκδίδεται από το Κατοχικό Υπουργείο Γεωργίας, το 1943.

Μετά το τέλος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου (1939-45) και του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-49) ακολούθησαν δύο δεκαετίες σχεδιασμού και ανασυγκρότησης της ελληνικής γεωργίας και κατ’ επέκταση της αμπελοκαλλιέργειας.

H πρώτη σύγχρονη κατηγοριοποίηση των ελληνικών οίνων
γίνεται το 1971, όταν νομοθετούνται οι πρώτες ονομασίες προέλευσης
οίνων στην Ελλάδα, στα πρότυπα της γαλλικής νομοθεσίας.
 Η ελληνική σημαία

Η ελληνική σημαία

Χάρτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα

Χάρτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σήμερα

Αποκορύφωμα αυτής της εξέλιξης είναι η πρώτη σύγχρονη κατηγοριοποίηση των ελληνικών οίνων το 1971, όταν νομοθετούνται οι πρώτες ονομασίες προέλευσης οίνων στην Ελλάδα, στα πρότυπα της γαλλικής νομοθεσίας. Τότε, στο Ελληνικό Ινστιτούτο Οίνου, με επικεφαλής τη χαρισματική διευθύντριά του, τη Σταυρούλα Κουράκου-Δραγώνα, έγινε μια πολύ σημαντική ερευνητική δουλειά. Το πολυσχιδές έργο της Κουράκου και των συνεργατών της, θα οδηγήσει στην ανάδειξη του διαχρονικού πλούτου του ελληνικού αμπελώνα και του σύγχρονου ελληνικού κρασιού, χαρίζοντας σε αρκετούς ιστορικούς αμπελώνες νομοθετική αναγνώριση και προστασία, καθώς και το δικαίωμα αναγραφής της ονομασίας τους στις ετικέτες των κρασιών τους. Αρκετά χρόνια αργότερα, αναγνωρίζονται και οι Τοπικοί Οίνοι, ενώ η Ελλάδα γίνεται πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

21ος αιώνας

Τα ελληνικά κρασιά σήμερα χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες οίνων:

Οίνοι ΠΟΠ: Προϊόντα με «Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης». Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι ελληνικοί οίνοι με Ονομασία Προέλευσης (VQPRD), δηλαδή οι οίνοι ΟΠΑΠ και οι οίνοι ΟΠΕ (οίνοι ΠΟΠ της Ελλάδας).

Οίνοι ΠΓΕ: Προϊόντα με «Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη». Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται όλοι οι Τοπικοί Οίνοι και όσοι από τους οίνους με «Ονομασία κατά Παράδοση» έχουν ταυτόχρονα και θεσπισμένη γεωγραφική ένδειξη, δηλαδή η Βερντέα και 15 ρετσίνες (οίνοι ΠΓΕ Ελλάδας).

Ποικιλιακοί οίνοι: Οι ποικιλιακοί οίνοι είναι μια νέα κατηγορία οίνων, στην οποία εντάσσονται όσοι επιτραπέζιοι οίνοι πληρούν τις προϋποθέσεις και τους ελέγχους που ορίζονται στο άρθρο 63 του Κανονισμού 607/2009. Οι οίνοι αυτοί αποκτούν το δικαίωμα αναγραφής της χρονιάς εσοδείας και της ποικιλιακής τους σύνθεσης (αλλά όχι της γεωγραφικής τους ένδειξης), σε αντίθεση με τους απλούς επιτραπέζιους οίνους.

Επιτραπέζιοι οίνοι: Οι απλοί επιτραπέζιοι είναι μια κατηγορία στην οποία εντάσσονται όλα τα κρασιά που δεν ανήκουν στις κατηγορίες ΠΟΠ και ΠΓΕ, αλλά ούτε και στην κατηγορία των ποικιλιακών οίνων. Οι επιτραπέζιοι οίνοι εξακολουθούν να μην έχουν το δικαίωμα αναγραφής της χρονιάς εσοδείας και των ποικιλιών που συμμετέχουν στη σύνθεσή τους.

Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με προορισμό την παραγωγή μούστου και κρασιού ανέρχονταν στα 69.907 εκτάρια με στοιχεία του 2007/2008, ενώ η παραγωγή κυμαίνεται από 3 εκατ. έως 4 εκατ. hl.

Η Κρήτη

Η Κρήτη, όπου βρίσκεται και το οινοποιείο Αλεξάκη, συμβάλει περίπου στο 20% της συνολικής παραγωγής μούστου και κρασιού της Ελλάδας και αποτελεί ένα από τα κυριότερα αμπελουργικά και οινοποιητικά διαμερίσματα της χώρας, καθώς καλλιεργούνται 8.123 εκτάρια και παράγονται περισσότερα από 900.000hl ετησίως. Η Κρήτη είναι το μεγαλύτερο από τα ελληνικά νησιά και το 5ο μεγαλύτερο της Μεσογείου. Ο κρητικός αμπελώνας ξεκινάει από τα πεδινά και φτάνει σε ύψoς 800m. Όλοι οι αμπελώνες βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του νησιού. Οι εδαφοκλιματικές συνθήκες –υψηλές ημερήσιες θερμοκρασίες και έντονη ξηρασία κυρίως το καλοκαίρι– δεν ευνοούν την αμπελοκαλλιέργεια. Γι’ αυτό το λόγο, οι αμπελουργοί επέλεξαν εδάφη σε κοιλάδες και πλαγιές που δροσίζονται από τους βόρειους θαλάσσιους ανέμους του Αιγαίου.

cretan seasons

Οι τέσσερις εποχές στην Κρήτη

Φύτεψαν τα αμπέλια τους πίσω από τον ορεινό όγκο του Ψηλορείτη, για να προστατεύονται από τα θερμά αέρια ρεύματα της Β. Αφρικής. Tο μεγαλύτερο ποσοστό των αμπελώνων βρίσκεται στο βορειοκεντρικό τμήμα του νησιού (γύρω από το Ηράκλειο) και στο ανατολικό. Στις μέρες μας, ο ηρακλειώτικος αμπελώνας είναι φυτεμένος με τις εξής οινοποιήσιμες ποικιλίες:

Ελληνικές λευκές ποικιλίες: Αθήρι, Ασύρτικο, Βηλάνα, Βιδιανό, Δαφνί, Θραψαθήρι, Μοσχάτο και Πλυτό

Διεθνείς λευκές ποικιλίες: Chardonnay, Malvazia aromatica, Sauvignon blanc και Sylvaner

Ελληνικές ερυθρές ποικιλίες: Αγιωργήτικο, Αηδάνι, Κοτσιφάλι, Λιάτικο, Λημνιό, Μαντηλάρι, Μαυροδάφνη, Ρωμέικο και Φωκιανό

Διεθνείς ερυθρές ποικιλίες: Cabernet Franc, Cabernet Sauvignon, Carignan, Grenache Rouge, Merlot, Mourvedre και Syrah

Από τις λευκές ποικιλίες, το Αθήρι θεωρείται παλιά ποικιλία του κεντρικού και νότιου Αιγαίου. Δίνει κρασιά με φρουτώδη αρώματα, μέτριο αλκοολικό τίτλο και οξύτητα με ευχάριστη, απαλή και γεμάτη γεύση. Η Βηλάνα δίνει κρασιά μέτριου ως υψηλού αλκοολικού τίτλου με μέτρια αρωματικά χαρακτηριστικά. Το Δαφνί, που θεωρείται ανθεκτικό σε ξηροθερμικές συνθήκες, ωριμάζει στα τέλη Σεπτεμβρίου και δίνει κρασιά μέτριου αλκοολικού τίτλου, μέτριας οξύτητας και χαρακτηριστικό αρωματικό μπουκέτο που θυμίζει το άρωμα του φυτού δάφνη.

Print

Πήλινη κανάτα (βρέθηκε στη Βασιλική στην ανατολική Κρήτη), περ. το 2300-2200 π.Χ. και γυάλινη καράφα του 20ού αι. (αριστερά), Πήλινo ρυτό
(βρέθηκε στην κοιλάδα της Μεσαράς στη νότια Κρήτη), περ. το 2000-1700 π.Χ. και γυάλινο ποτήρι κρασιού του 1790 (μέση),
Αττικό αγγείο περ. το 450-480 π.Χ. και δίσκος, ποτήρι και καράφα με κόκκινο κρασί σήμερα

Από τις ερυθρές ποικιλίες, το Κοτσιφάλι δίνει κρασιά με υψηλό αλκοολικό βαθμό, αρωματικά, υψηλής οξύτητας, αλλά λόγω της αστάθειας που παρουσιάζει στο χρώμα του, γίνεται χαρμάνι με την ποικιλία Μαντηλάρι που χαρακτηρίζεται από έντονο ερυθρό χρώμα και υψηλό αρωματικό δυναμικό. Ακόμα, το Λιάτικο, παλιά ποικιλία της Κρήτης, δίνει κρασιά υψηλόβαθμα, πολύ αρωματικά και ενδείκνυται για την παραγωγή γλυκών οίνων.

Τόσο οι λευκές όσο και οι ερυθρές διεθνείς ποικιλίες που σημειώνονται εδώ καλλιεργούνται στις ίδιες περιοχές και χαρακτηρίζονται από έντονο terroir.

Tον 21ο αιώνα, η Κρήτη συνεχίζει την ασυναγώνιστη παράδοση 5.000 ετών στην καλλιέργεια της αμπέλου και στην τέχνη της οινοποίησης.

Oλοκληρώνουμε αυτή τη σύντομη οινική ιστορία, τονίζοντας τα εξής: τον 21ο αιώνα, η Κρήτη, συνεχίζει την ασυναγώνιστη παράδοση 5.000 ετών στην καλλιέργεια της αμπέλου και στην τέχνη της οινοποίησης. Το κάνει χρησιμοποιώντας σύγχρονες οινοποιητικές, οινολογικές και τεχνολογικές μεθόδους και αγκαλιάζοντας τις καινοτόμες εξελίξεις του κλάδου που συμβαίνουν ακόμα και καθώς διαβάζετε αυτό το κείμενο. Έτσι αξιοποιείται, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τόσο η μοναδικότητα των γηγενών ποικιλιών του αμπελώνα της, όσο και η πείρα και η επιστημονική γνώση των ανθρώπων που δημιουργούν τα σύγχρονα και διεθνώς βραβευμένα κρασιά της. Oι άνθρωποι αυτοί είναι οι αμπελουργοί, οι γεωπόνοι, oι οινοποιοί, οι οινολόγοι και όλοι όσοι εμπλέκονται στην παραγωγική διαδικασία του κρασιού, άμεσα ή έμεσα. Με οδηγό το έμφυτο πάθος τους και αιώνιο σύμμαχο το οικοσύστημα του ένδοξου τόπου τους, συνεισφέρουν στο να συγκαταλέγεται σήμερα το νησί τους στις οινολογικές περιοχές του κόσμου και η ανεκτίμητη κληρονομιά της Κρήτης και της Ελλάδας να συνεχίζει να εμπλουτίζεται και να εμπλουτίζει.

Copyright © 2013 Alexakis SA, All texts Copyright © 2013 Alexakis SA
Powered by double dot